...πάντα θα βλέπω αυτά που προορίζονται για μένα, ακόμη κι αν δε μπορείς να με δεις...
Προάγγελος

Αντώνης Δέλδημος - Από την Πόλη

Κάποτε υπήρχε σε μια παλιά πόλη ένας άνδρας. Το όνομά του ήταν Αντώνης. Επίθετο δεν είχε. Είχε όμως παρατσούκλι. Από αυτά τα παρατσούκλια που παράγονται στα χωριά χωρατεύοντας. Το παρατσούκλι λοιπόν του Αντώνη ήταν Δέλδημος. Ή έστω το επίθετο που του είχαν παραδώσει από την Πόλη. Προερχόταν από τη λέξη deli της τούρκικης γλώσσας. Μία λέξη που του θύμιζε συνέχεια πόσο τρελό και πόσο παλικαρά τον θεωρούσαν οι μεγάλοι, οι παππούδες στα καφενεία, όταν αυτός ήταν ακόμα παιδί.

Το όνομα αυτό του το είχαν δώσει οι Τούρκοι αξιωματικοί μετά από ένα περιστατικό σε ένα χωριό έξω από την Πόλη. Υπήρχε μία γυναίκα σε αυτό το χωριό με το όνομα Υακίνθη. Φανερά Χριστιανή, ήταν παντρεμένη, ο άντρας της είχε πεθάνει και πλέον κατατασσόταν στις χήρες. Αυτό βέβαια δεν έκρυβε τη φυσική της ομορφιά η οποία δεν είχε αλλοιωθεί καθόλου παρά τα 44 της χρόνια. Αυτό ήταν και ο λόγος που την ενοχλούσαν τουλάχιστον μία φορά κάθε μήνα διάφοροι Τούρκοι φημισμένοι ή υψηλόβαθμοι. Εκείνη βέβαια δε δεχόταν να αφήσει κατά μέρος ούτε τις μνήμες της με τον άντρας της ούτε τη πίστη της. Όσο δύσκολη κι αν είχε γίνει η ζωή της... σε μία από αυτές τις υψηλόβαθμες ενοχλήσεις, λοιπόν, ο Αντώνης έτυχε να βρίσκεται εκεί γύρω. Μόνο που αυτή τη φορά η κατάσταση είχε αγριέψει. Οι στρατιώτες δεν είχαν αφήσει πολλά περιθώρια στη γυναίκα. Ο Αντώνης, ορφανόπαιδο τότε, έτυχε να περνάει από εκεί, να ακούσει τις συζητήσεις, να νιώσει την ένταση στη φωνή των στρατιωτών και να χυμήξει πάνω σε έναν από αυτούς. Ο άλλος στρατιώτης μόλις είδε αυτή τη σκηνή έβαλε τα γέλια. Του φάνηκε τόσο αστείο που απλώς ξεγάντζωσε το παιδί από τον άλλο στρατιώτη, είπε στην Υακίνθη «θα τα ξαναπούμε» και έφυγαν. 

Ο Αντώνης έμεινε πίσω, δίπλα στην Υακίνθη σαστισμένος και απορημένος. Η γυναίκα, έχοντας ξαναπεράσει αντίστοιχες καταστάσεις, συνήλθε γρήγορα. Τον πλησίασε αργά, έσκυψε μπροστά του, έσφιξε το πρόσωπο του στην αγκαλιά της και του ψέλλισε με εγκαρδιότητα «ευχαριστώ». Δε του άφησε όμως πολλά περιθώρια για ομιλίες. Πήγε στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού και ακούστηκε ότι κάτι αναζητούσε σε κάτι ράφια. Ακούγονταν που κινούνταν τα ροδάκια από κάτω τους. Ύστερα από μερικά λεπτά ο Αντώνης την είδε να βγαίνει κρατώντας στο αριστερό της χέρι μία εικόνα. Είχε ξαναδεί αυτή την εικόνα αλλά ποτέ δε είχε μάθει για αυτήν. Ποια ήταν η γυναίκα που αναπαριστούσε, ποιος την πρωτοζωγράφισε, αυτά δε τα γνώριζε. «Είναι η Παναγία η Βρυουλιότισσα. Ήταν του άντρα μου. Η αγαπημένη του αναπαράσταση της Παναγίας. Έχω κι εγώ μία ακόμη αναπαράστασή της σε ξύλο στο δωμάτιό μου. Πάρε τη και φύλαξέ τη. Μπορεί να σε κυνηγήσουν, να σε τιμωρήσουν ή να σε δελεάσουν αλλά εσύ να φέρνεις στη μνήμη σου αυτή την εικόνα. Όχι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη. Το πρόσωπο της Παναγίας μας είναι το στήριγμά μας. Όχι η φθαρτή ύλη».

Ο Αντώνης την πήρε την εικόνα και έφυγε. Άκουσε την Υακίνθη πίσω του να του φωνάζει «Να προσέχεις! Είσαι καλά παιδί αλλά delis». Την ίδια λέξη άκουσε πολλές φορές στη διαδρομή του μέχρι το βράδυ κι από τους περαστικούς. Προφανώς, οι Τούρκοι στρατιώτες τους είχαν προλάβει την ιστορία με τη δική του εκδοχή. Όσο για την Παναγία, την ήξερε, γνώριζε το ρόλο της στην ιστορία του Ανθρώπου αλλά τίποτε περισσότερο. Είχε δει διάφορες εικόνες Αγίων στις εκκλησίες αλλά ποτέ δεν είχε μία δική του. Τώρα επιτέλους είχε. Κι είχε δίκιο η Υακίνθη. Δεν έπρεπε να τον χαροποιεί το υλικό της εικόνας. Αλλά την ίδια την εικόνα την έβλεπε σαν φωτογραφία αγαπημένου προσώπου. Σαν τις φωτογραφίες τις ασπρόμαυρες που έβλεπε στα νεκροταφεία. Μόνο που η γυναίκα στη φωτογραφία που κρατούσε στα χέρια του είχε κάτι πιο... ζωντανό επάνω της. Ή τουλάχιστον έτσι του φαινόταν.

Από εκείνη την ημέρα, ο Αντώνης ξεκίνησε να πηγαίνει πιο τακτικά στην εκκλησία. Δεν καταλάβαινε πάντα αυτά που άκουγε, μα προσπαθούσε. Αυτό που είχε σίγουρα μάθει, όμως, ήταν να λέει την ευχή. Την ευχούλα. Αυτές τις λέξεις που για κάποιο λόγο του έδιναν όλο και περισσότερη δύναμη, όλο και περισσότερη σιγουριά κάθε φορά που τις προέφερε. Αυτό το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υϊέ του Θεού, ελέησόν με». Κι όταν ένιωθε πως ήταν πλήρης μέσα του, το άλλαζε σε «ελέησόν ημάς». Έτσι, για να μη ζητάει μόνο για τον εαυτό του.

Την εικόνα της Παναγίας της Βρυουλιότισσας δεν την αποχωρίστηκε ποτέ. Σε κάθε επιτυχία της ζωής του τη φιλούσε όχι μόνο μία αλλά και δύο και τρεις φορές. Ακόμη κι όταν παντρεύτηκε ο Αντώνης, ακόμη κι όταν γέννησε η γυναίκα του, το τελευταίο του φιλί το έπαιρνε πάντοτε Εκείνη, η Μητέρα του Θεού, όπως την αποκαλούσε.
***
Τα χρόνια πέρασαν, ο Αντώνης πέθανε, ανέβηκε στη χώρα των αγγέλων. Το σπίτι του στην πύλη το πήραν οι Τούρκοι. Γκρεμίστηκε τελικά. Μόνο ένα δωμάτιο έμεινε όρθιο. Το δωμάτιο όπου ο Αντώνης προσευχόταν τα βράδια.

Τις πληροφορίες αυτές τις έμαθε ένας άλλος Αντώνης, μακρινός εγγονός του πρώτου. Τις έμαθε πολύ αργότερα, όταν ο Έλληνας υπουργός, μετά από μια συμφωνία με την Τουρκία, έδωσε την άδεια στους κληρονόμους του απόδημου ελληνισμού να μπορέσει να επιστρέψει στην Πόλη του, στα σπίτια των προγόνων τους. Έτσι βρέθηκε κι αυτός, ο δεύτερος Αντώνης, στο σπίτι του προγόνου του.

Γνώριζε τις ρίζες του, το από πού καταγόταν. Ίσως όχι πάρα πολλά, αλλά κάποια πράγματα τα γνώριζε. Γι’ αυτό όταν αντίκρισε από μέσα το γκρεμισμένο σπίτι του παππού του δάκρυσε. Γιατί στο πάτωμα, κάτω από το μισοδιαλυμένο ταβάνι, βρήκε μια ξύλινη εικόνα. Ήταν η εικόνα της Παναγίας της Βρυουλιότισσας. Παρά τα χρόνια ήταν άφθαρτη. Αλλά είχε και κάτι θείο επάνω της.

Ναι, πράγματι, μετά από τόσα χρόνια είχε σκόνη. Μα ένα σημείο από όλη την εικόνα ήταν πεντακάθαρο. Το μάγουλο της Παναγίας, της Μητέρας του Θεού. Εκεί που τη φιλούσε κάθε βράδυ ο Αντώνης. Εκεί που τη φίλησε ξανά, μετά από πολύ καιρό, ένας άλλος Αντώνης. Και η εικόνα, και η καρδιά του, και η ψυχή του και ο κόσμος... Όλα τυλίχτηκαν στο Φως. Και δε νύχτωσε ποτέ πια...

4 σχόλια:

Δημητρης Καραβασίλης, Ηλίας Λιαμής είπε...

Μια μέρα ο Θεός θα σου ανταποδώσει τη γλύκα που στάλαξες στην ψυχή μου μ αυτή την ιστορία! Ευχαριστώ!

ΕΛΕΝΑ είπε...

Καταπληκτική ιστορία. Την αναδημοσιεύω στο μπλογκ μου. Ο Κύριος να σε ευλογεί.

Forerunner είπε...

@Δημήτρη, δάσκαλε το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει. Μπορεί να έβαλε ο Κύριος πρώτα το σπόρο Του μέσα μου αλλά χωρίς το κατάλληλο έδαφος και τον κατάλληλο κηπουρό δε θα άνθιζε :)

Forerunner είπε...

@Ελενα σου τα έγραψα και στη σελίδα σου αλλά τα ξαναγράψω κι εδώ. Έτσι, για να έχεις μια διπλή ευχή. :) Σε ευχαριστώ για την αναδημοσίευση και τα καλά σου λόγια :) Ελπίζω και εσένα ο Κύριος να σε έχει καλά και να συνεχίζεις το έργο σου. Αυτό το ηλεκτρονικό έργο που γνωρίζω αλλά και κάθε άλλο που πραγματοποιείς :)